ΑΠΟ ΤΗ ΣΠΟΡΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ

  • bibl-kar


Listed by LOUKOPOULOU DIMITRA - THEODOROU ELENI
Place Category: HistoryPlace Tags: ΑΦΟΙ ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΥ, ΚΑΠΝΟΣ, and ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ ΚΑΠΝΩΝ

Profile
Profile
More Info
Photos
Map
Reviews
Related Listing
Authored by Expert
  • Συντάκτης του δοκιμίου που ακολουθεί είναι ο Γιώργος Καραντζούλης, ειδικός σύμβουλος της καπνοβιομηχανίας Παπαστράτου επί καπνικών θεμάτων.

    Από τη σπορά στο εργοστάσιο

    Τα ελληνικά ανατολικά καπνά

    Είναι γνωστό, πώς ο καπνός είναι φυτό της Αμερικανικής ηπείρου και πώς από εκεί μεταφέρθηκε στις υπόλοιπες. Είναι επίσης γνωστό, ότι στην Αμερική δεν υπήρχαν μικρόφυλλα καπνά. Το ερώτημα λοιπόν είναι, πώς δημιουργήθηκαν τα ανατολικά (μικρόφυλλα) καπνά. Κατά τους ειδικούς, τα μικρόφυλλα καπνά που ονομάστηκαν αργότερα τουρκικά και ακόμη αργότερα ανατολικά, προήλθαν από την προσαρμογή των Αμερικανικών σπόρων στις τοπικές κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες, εξού και ο μεγάλος αριθμός των ποικιλιών τους.
    Τα ανατολικά καπνά παράγονται στα Βαλκάνια, στις περιοχές γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα και στις χώρες της Μέσης Ανατολής. Αυτός είναι ο λόγος που στην αρχή ονομάστηκαν τουρκικά καπνά, αφού οι περισσότερες από τις καπνοπαραγωγικές περιοχές μικρόφυλλων καπνών ήσαν τμήματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η καλλιέργεια και παράγωγη του καπνού απαιτεί πολλή δουλειά, γνώση, πείρα και αγάπη. Ο καπνοπαραγωγός δουλεύει περίπου δώδεκα μήνες το χρόνο. Από την άλλη μεριά, η παράγωγη καπνού αποφέρει το υψηλότερο εισόδημα κατά στρέμμα (με εξαίρεση τα κηπευτικά) και γι’ αυτό είναι ιδεώδες προϊόν για αγρότες με μικρό κλήρο και πολυμελή οικογένεια.
    Η δουλειά αρχίζει με τη δημιουργία φυτωρίων (σπορείων), που γίνεται από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο, ανάλογα με το κλίμα της περιοχής. Σε αυτό το στάδιο, οι δουλειές είναι πολλές: προετοιμασία φυτωρίων, σπορά, λίπανση, προφύλαξη των φυτών από αντίξοες καιρικές συνθήκης η αρρώστιες, και καθημερινό πότισμα. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, τα φυτώρια καταστραφούν (χαλάζι, αρρώστιες, νεροποντές κ.τ.λ.), θα έχουμε και απώλεια εσοδείας. Μετά τον Μάιο και έως τον Ιούνιο, και αφού τα χωράφια έχουν προετοιμαστεί καταλλήλως, αρχίζει η μεταφύτευση από τα φυτώρια. Τα φυτά μεταφυτεύονται ένα προς ένα. Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης των φυτών, απαιτούνται πολλές δουλειές, όπως σκαλίσματα ραντίσματα ποτίσματα ορισμένων ποικιλιών κ.τ.λ.
    Μετά την έναρξη της ωρίμανσης των φύλλων, από τον Ιούλιο έως και τον Σεπτέμβριο, αρχίζει η συγκομιδή (συλλογή των φύλλων). Τα φυτά ωριμάζουν σταδιακά, από τα κάτω φύλλα προς τα επάνω. Η συλλογή γίνεται και αυτή σταδιακά. Ο παραγωγός συλλέγει τα φύλλα ανά τρία η τέσσερα, ανάλογα με το στάδιο ωρίμανσης, πράγμα που σημαίνει ότι για τη συλλογή όλων των φύλλων του φυτού, που είναι περίπου 18, επισκέπτεται το χωράφι του 4 έως 5 φορές. Τα φύλλα μεταφέρονται στο σπίτι του παραγωγού, όπου, και πάλι με τη συμμέτοχη ολόκληρης της οικογένειας, γίνονται οι αρμάθες (γιρλάντες) που στη συνέχεια θα εκτεθούν στον ήλιο για αποξήρανση.
    Το αρμάθιασμα (βελόνιασμα η και μπούρλιασμα) γίνεται με μεταλλικές βελόνες μήκους 4050 έκ. Τα φύλλα τρυπιούνται ένα ένα και περνιούνται στο σπάγγο που συγκρατεί την αρμαθιά. Η αποξήρανση των φύλλων στην αρμαθιά, γίνεται με την έκθεση τους απ’ ευθείας στον ήλιο, γεγονός που κατατάσσει αυτά τα καπνά στην κατηγορία των «sun cured». Η αποξήρανση απαιτεί ιδεώδεις συνθήκες (ηλιοφάνεια, ζέστη κ.τ.λ.) και πρέπει να γίνει σε ορισμένη χρονική περίοδο. Η σωστή και ομαλή αποξήρανση των φύλλων παίζει βασικό ρόλο στην τελική ποιότητα του καπνού, και αυτό, διότι με την αποξήρανση δεν επιδιώκεται μόνο η αποβολή του νερού που περιέχεται στο φύλλο (περίπου 80%), αλλά και ο μεταβολισμός των συστατικών του, ο όποιος επηρεάζεται άμεσα από τις καιρικές συνθήκες αποξήρανσης. Μετά την αποξήρανση των φύλλων, οι αρμαθιές τοποθετούνται, κρεμασμένες, σε υπόστεγα που τις προφυλάσσουν από τη βροχή, τον αέρα, τη σκόνη κ.τ.λ.
    Τον Οκτώβριο αρχίζει η δεματοποίηση των καπνών. Ανάλογα με την ποικιλία και το μέγεθος των φύλλων τους, τα καπνά γίνονται, είτε αρμαθοδέματα των δύο σειρών, είτε δέματα που περιέχουν φύλλα που έγιναν ματσάκια. Τα αρμαθοδέματα και τα δέματα συσκευάζονται σ’ ένα στενόμακρο καναβάτσο, που καλύπτει τις τέσσερις πλευρές και δένεται με λεπτό σχοινί. Πριν, η και κατά, τη δεματοποίηση, ο παραγωγός κάνει μιάν ελαφρά επεξεργασία (αφαίρεση των ακατάλληλων, άρρωστων, πράσινων, καμμένων φύλλων), ώστε κάθε δέμα να περιέχει καπνά ίδιου μεγέθους, χρώματος και ποιότητας. Επί πλέον, επιδιώκει το κάθε δέμα να περιέχει φύλλα κομμένα από την ίδια θέση στο φυτό. Τα δέματα αποθηκεύονται σε αποθήκη η δωμάτιο του σπιτιού, κι εκεί περιμένουν την επίσκεψη των υποψηφίων αγοραστών, για να βαθμολογηθούν και, εν συνεχεία, μετά την πώληση τους, vα ζυγιστούν και να φορτωθούν, με προορισμό τις αποθήκες του αγοραστού.
    Την εποχή της αγοράς καπνών, οι υποψήφιοι (Αγοραστές διαπραγματεύονται με τους καπνοπαραγωγούς την Αγορά εκείνων των καπνών που έχουν ήδη βαθμολογηθεί. H διαπραγμάτευση γίνεται, είτε με τον παραγωγό ατομικά, είτε με ομάδα παραγωγών. Μετά την αγορά των καπνών, ο αγοραστής στέλνει συνεργείο για την παραλαβή και ζύγιση των καπνών, αλλά τα δέματα παραμένουν στο σπίτι του παραγωγού έως ότου γίνουν οι διοικητικές διαδικασίες που θα επιτρέψουν τη μεταφορά του καπνού. Μόνον όταν ο αγοραστής ολοκληρώσει τις διαδικασίες και πάρει την άδεια μεταφοράς, μεταφέρει τα καπνά στις αποθήκες του. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, όλο το κύκλωμα καλλιέργειας, κατοχής, μεταφοράς, επεξεργασίας, εξαγωγής κ.τ.λ. των καπνών, ελέγχεται λεπτομερώς από κρατικές υπηρεσίες, τις Εφορείες καπνού. Η διαδικασία αρχίζει με την άδεια καλλιέργειας, που εκδίδεται για κάθε παραγωγό και που μετά την αποξήρανση μετατρέπεται σε άδεια κατοχής καπνού. Μετά την πώληση των καπνών, οι άδειες κατοχής μετατρέπονται σε άδειες μεταφοράς, στο όνομα πλέον του αγοραστού και, όταν τα καπνά εισαχθούν στην αποθήκη, οι άδειες μεταφοράς μετατρέπονται και πάλι σε άδειες κατοχής. Ο έλεγχος αυτός συνεχίζεται μέχρι την εξαγωγή και του τελευταίου κιλού.
    Ο αγοραστής των χωρικών καπνών (που μπορεί να είναι καπνέμπορος, ελληνική καπνοβιομηχανία, η κάποιο υποκατάστημα ξένης βιομηχανίας), αφού συγκεντρώσει τα καπνά στις αποθήκες του, αρχίζει κατά τον Ιούνιο (βρισκόμαστε ήδη στο επόμενο της καλλιέργειας έτος) την επεξεργασία των καπνών. Η επεξεργασία των καπνών (και η αποθεματοποίηση) γίνεται, διότι τα δέματα των χωρικών καπνών δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ως έχουν. Είναι ανομοιόμορφα, περιέχουν διαφορετικές ποιότητες καπνού, έχουν ξένες ύλες που πρέπει να αφαιρεθούν (σπόγγοι από τις αρμάθες, σκόνη, χώμα, φυλλοτρίμματα και άλλα) και έχουν υγρασία τόση, ώστε γενικά να μην προσφέρονται για μακροχρόνια αποθήκευση. Με την επεξεργασία, επιδιώκεται να δημιουργηθούν ομοιόμορφες μερίδες, όπου κάθε δέμα είναι ίδιο με το άλλο, από άποψη σχήματος, βάρους και κυρίως από άποψη περιεχομένου. Ο ποιοτικός διαχωρισμός των φύλλων, σκοπεύει στο να δημιουργηθούν παρτίδες που αντιπροσωπεύουν μια συγκεκριμένη ποιότητα, σύμφωνη με τις απαιτήσεις της αγοράς η τις ανάγκες της καπνοβιομηχανίας. Η υγρασία πρέπει να παραμένει σε επίπεδα που επιτρέπουν την αποθήκευση των καπνών χωρίς κινδύνους ανώμαλης ζύμωσης, που θα κατέληγε στο σάπισμα τους.
    Κατά την περίοδο που τα καπνά βρίσκονται στις αποθήκες του αγοραστού, υφίστανται φυσικές ζυμώσεις, ελεγχόμενες πάντοτε. Μετά την επεξεργασία, όταν πουληθούν πλέον τα καπνά στην καπνοβιομηχανία και έχουν παραληφθεί δέμα προς δέμα από τους τεχνικούς του αγοραστή, γίνεται η τελική συσκευασία προς εξαγωγή. Σε κάθε δέμα, προστίθεται ένα κομμάτι καναβάτσο, που καλύπτει τις γυμνές ακόμα πλευρές του, ώστε να μη μένει κανένα σημείο του δέματος ακάλυπτο. Το νέο καναβάτσο ράβεται πάνω στο αρχικό και κάθε δέμα μαρκάρεται με τα παρακάτω συνήθως στοιχεία: το όνομα η τα αρχικά η το σήμα του προμηθευτού, την ποικιλία και την προέλευση (περιφέρεια), την ποιότητα, την εσοδεία (έτος), τον αριθμό μερίδας, τον αύξοντα αριθμό δέματος και τα αρχικά ή το σήμα του αγοραστού. Τα τελευταία χρόνια το μαρκάρισμα των δεμάτων αρχίζει να απλοποιείται: το δέμα μαρκάρεται με ένα μόνο κωδικό αριθμό μερίδας, που σταμπάρεται απ’ ευθείας στο καναβάτσο.

    Οι τύποι και οι ιδιαιτερότητες του καπνού

    Ο καπνός καλλιεργείται σ’ όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου. Εξαίρεση αποτελούν οι Σκανδιναβικές χώρες, ορισμένες χώρες με έντονο τροπικό κλίμα και κάποιες άλλες που αποτελούνται από ερημους. Εκτός από τους βασικούς τύπους καπνών, που σ’ αυτούς θα αναφερθούμε παρακάτω, στις περισσότερες χώρες παράγονται τύποι και ποικιλίες άγνωστες έξω από τον τόπο παραγωγής τους. Οι τύποι αυτοί καπνών, προήλθαν από τον εγκλιματισμό του σπόρου στις τοπικές συνθηκες και, είτε καταναλίσκονται επί τόπου ως χειροποίητα τσιγάρα και πούρα διαφόρων μεγεθών, είτε απορροφώνται από τη ντόπια καπνοβιομηχανία.
    Οι βασικοί τύποι καπνών για τσιγάρα είναι οι εξής:
    1. Suncured (αποξηραμένα στον ήλιο). Σε αύτη την κατηγορία υπάγονται τα ανατολικά καπνά.
    2. Fluecured (αποξηραμένα σε ειδικά αποξηραντήρια) όπου, ως πρώτη ύλη για την παραγωγή θερμικής ενέργειας χρησιμοποιείται, είτε ξύλο η κάρβουνο, είτε πετρέλαιο. Καθώς η αποξήρανση αυτή είναι τεχνητή μπορούμε να ελέγχουμε τα τρία της στάδια, ώστε να αποφεύγουμε ποιοτικές διακυμάνσεις, λόγω κακών καιρικών συνθηκών αποξήρανσης, πράγμα που δεν είναι εφικτό με τα suncured. Στην κατηγορία των flue cured, υπάγονται τα καπνά τύπου Βιρτζίνια.
    3. Τα aircured (αποξηραμένα στον αέρα, υπό σκιάν) που χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:
    α.Τα light aircured . Σε αυτή την κατηγορία υπάγονται τα καπνά τύπου Hurley και τύπου Maryland
    β. Τα dark air cured. Σε αυτή την κατηγορία υπάγονται τα γνωστά μαύρα καπνά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των μαύρων γαλλικών τσιγάρων. Η διαφορά τους έγκειται στο ότι τα dark air cured, μετά την αποξήρανση τους, υφίστανται και μία ελεγχόμενη ζύμωση διάρκειας αρκετών εβδομάδων (Bulk fermentation).
    Οι τρεις παραπάνω τύπο καπνών αντιπροσωπεύουν το 82% της παγκόσμιας παραγωγής. Το υπόλοιπο 18%, αφορά καπνά που χρησιμοποιούνται για πούρα, για μάσημα, για πίπα και για εισπνοή (snuff). Πριν από 50 χρόνια, τα ποσοστά αυτά ήταν 50% 50%. Αξίζει να σημειωθεί ότι, μόνο το 30% των παραγομένων ανά τον κόσμο καπνών διακινείται από το καπνεμπόριο. Το υπόλοιπο 70% χρησιμοποιείται επιτοπίως, χωρίς τη μεσολάβηση επίσημων οργανισμών η τον έλεγχο κρατικών μονοπωλίων. Χωρίς να υπολογιστούν οι εισαγωγές καπνών που γίνονται, όχι λόγω ποσοτικής ανεπάρκειας της τοπικής παραγωγής, αλλά για την προμήθεια επί πλέον ποικιλιών που δεν παράγονται εγχωρίως, η Ευρώπη είναι η μόνη ήπειρος που δεν είναι αυτάρκης σε καπνά, και εισάγει πλέον του 60% των αναγκών της.
    Ο καπνός έχει πολλές ιδιαιτερότητες. Κατ’ αρχήν είναι το μόνο αγροτικό προϊόν (έκτος των κηπευτικών) που καλλιεργείται για τα φύλλα του. “Όλα τα άλλα, εκτός ίσως από το τσάι, καλλιεργούνται για το σπόρο, τον καρπό, τον κορμό, τη ρίζα η και το άνθος. Επίσης, παρά τον τεράστιο όγκο παραγωγής του, είναι το μόνο αγροτικό προϊόν ευρείας καταναλώσεως που δεν συμμετέχει στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν υπάρχουν, και δεν είναι δυνατόν να καθορισθούν, διεθνώς τυποποιημένες ποιότητες (όπως στο σιτάρι, στο καλαμπόκι, στη σόγια, στον καφέ, στο βαμβάκι, στο ρύζι κ.τ.λ.). Το μονοετές φυτό του καπνού επηρεάζεται τόσο πολύ από τις καιρικές συνθήκες καλλιέργειας και αποξηράνσεως, ώστε να μην έχουμε σχεδόν ποτέ δύο ποιοτικά όμοιες εσοδείες. Λόγω αυτής της ιδιαιτερότητας, δεν υπάρχει τεχνικό μέτρο αξιολόγησης της ποιότητας του φύλλου η της καπνιστικής ποιότητας και του χαρακτήρα του τελικού προϊόντος. Οι εκτιμήσεις καπνού και καπνίσματος είναι «υποκειμενικές». Τα εισαγωγικά του «υποκειμενικές» παραπέμπουν στο γεγονός ότι υπάρχουν ειδικοί με μεγάλη πείρα, που είναι σε θέση να κάνουν τις απαιτούμενες εκτιμήσεις με την αφή, το μάτι, τη μύτη και το στόμα, κατά το κάπνισμα, αλλά πάντα χωρίς μεζούρες και μέτρα για τέλεια και απόλυτη μέτρηση. Παραπλεύρως βέβαια, υπάρχουν τα εργαστήρια. Αλλά και έκαιε δεν μετράμε την ποιότητα. Αναλύουμε και μετράμε την περιεκτικότητα του καπνού, σε νικοτίνη, σε ζάχαρη και σε άλλες ουσίες, ποτέ όμως την ποιότητα του καπνού. Το ίδιο συμβαίνει και με το τσιγάρο. Αναλύουμε την περιεκτικότητα νικοτίνης, πίσσας κ.τ.λ. αλλά δεν προσδιορίζουμε τον καπνιστικό χαρακτήρα και την ποιότητα.
    Ο καπνός είναι η μόνη πρώτη ύλη της σιγαρεττοβιομηχανίας. ’Έχει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία συμμετοχή στο κόστος παραγωγής του τσιγάρου. Επίσης, καθορίζει το χαρακτήρα, την ποιότητα, το επίπεδο νικοτίνης, πίσσας κ.τ.λ. Βέβαια, υπάρχουν και τα άλλα υλικά που επηρεάζουν το τσιγάρο, όπως το τσιγαρόχαρτο, το φίλτρο, οι σάλτσες και τα αρώματα. Δεν είναι όμως αυτά που «κάνουν» το τσιγάρο. Το τσιγάρο το «κάνει» ο καπνός. Τα άλλα υλικά είναι επιλεγμένα για να βοηθήσουν τον καπνό(το χαρμάνι) να βγάλει τον καλύτερό του εαυτό. Μέσα στους ποιοτικούς ελέγχους της σιγαρεττοβιομηχανία, είναι και ο έλεγχος της σταθερότητας του χαρμανιού. Επειδή είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να επιτευχθεί σταθερό χαρμάνι με τη χρήση μιας μόνο εσοδείας καπνών, η βιομηχανία χρησιμοποιεί στα χαρμάνια της 23 εσοδείες ταυτοχρόνως, ώστε να εξισορροπήσει τις διαφορές τους. Απαιτούνται επομένως τεράστια αποθέματα καπνών, προερχόμενα από τρεις εσοδείες (2024 μήνες διάρκεια αποθεμάτων). Αυτός είναι ο λόγος που η σιγαρεττοβιομηχανία διαθέτει αποθέματα πρώτης ύλης, υψηλότερα από οποιαδήποτε άλλη βιομηχανία.

    Ποικιλίες ανατολικών καπνών στην Ελλάδα

    Η Ελλάδα παράγει πολλές ποικιλίες ανατολικών καπνών, με πλέον γνωστές τις εξής:
    ΜΠΑΣΜΑ(Σ)
    Στα τουρκικά, σημαίνει πατημένο (φύλλο για την περίπτωση μας). Παράγεται στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.

    ΚΑΤΕΡΙΝΗ
    Ονομασία που προσήλθε από την περιοχή της Κατερίνης, όπου και καλλιεργείται. Ο σπόρος εισήχθη από τους πρόσφυγες της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας και είναι της ποικιλίας Σαμψούντος. Λέγονται και Σαμψώνια. Όπως είναι φυσικό, ο σπόρος έχει εγκλιματιστεί στις κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες της περιοχής Κατερίνης, γι’ αυτό και τα παραγόμενα καπνά δεν είναι απολύτως όμοια με εκείνα της Σαμψούντας.

    ΚΑΜΠΑ ΚΟΥΛΑΚ
    Στα τουρκικά, σημαίνει μεγάλο αυτί. Οι προεκτάσεις του φύλλου από τις δύο πλευρές του μίσχου, θυμίζουν, με λίγη φαντασία, το σχημα αυτιού. Καλλιεργούνται στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία και στη Θεσσαλία.

    ΜΥΡΩΔΑΤΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ Καλλιεργούνται στην περιοχή Αγρίνιου.

    ΤΣΕΜΠΕΛΙΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ
    Καλλιεργούνται στην ευρύτερη περιοχή Αγρίνιου.

    ΜΑΥΡΑ
    Καλλιεργούνται στη Θεσσαλία και στην περιοχή Άργους.
    Ποικιλίες με μικρότερη παράγωγη, που δεν υπάρχουν σήμερα, αλλά ήσαν πολύ γνωστές στο παρελθόν, είναι οι έξης:
    ΜΠΑΣΙ ΜΠΑΓΛΙ
    Στα τουρκικά, σημαίνει κεφαλοδεμένο. Καλλιεργείτο στην περιοχή Προσωτσάνης Δράμας.

    ΣΙΙΡ ΝΤΙΛΗ
    Δεν είναι ξεχωριστή ποικιλία, άλλα υποποικιλία του Μπασμά. Η λέξη είναι τουρκική και σημαίνει γλώσσα βοδιού (από το σχήμα του φύλλου). Εξακολουθεί να καλλιεργείται στην περιοχή της Ζίχνης των Σερρών.

    ΤΥΠΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ
    Από τη σμυρναϊκή καταγωγή του σπόρου. Καλλιεργείτο κυρίως στα νησιά Χίο, Σάμο και Μυτιλήνη.

    ΜΥΡΩΔΑΤΑ ΣΜΥΡΝΗΣ
    Σπόρος από τη Σμύρνη. Καλλιεργείτο στην περιοχή Πτολεμαΐδος.

    ΣΑΡΙΑ, ΜΥΡΩΔΑΤΑ ΠΑΛΑΙΟΚΑΣΤΡΟΥ, ΖΙΧΝΟΜΥΡΩΔΑΤΑ
    Τρεις ποικιλίες που καλλιεργούνται στη Θεσσαλία.

    ΠΟΡΟΪΑ
    Καλλιεργούντο στην περιοχή της ομώνυμης κωμόπολης.

    Κάθε μια από τις παραπάνω ποικιλίες έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Διαφέρουν στο σχήμα του φύλλου, στο χρωματισμό, στο μέγεθος, στη γεύση, στο άρωμα (αν έχουν), στο ποσοστό ζάχαρης κ.τ.λ. Ακόμη και φύλλα της ’ίδιας ποικιλίας διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή. Επί παραδείγματι, η ποικιλία Μπασμά της Ξάνθης διαφέρει από τη Μπασμά της Δράμας. Οι μεγάλες ποιοτικές διαφορές οφείλονται και στην προέλευση των καπνών, από πλευράς θέσεως των χωραφιών. Διαφορετικής ποιότητας είναι τα καπνά που καλλιεργούνται σε βουνά, άλλης τα καπνά που καλλιεργούνται σε πρόποδες βουνών και άλλης αυτά που καλλιεργούνται σε κάμπους. Διαφορές έχουμε, ακόμη και στο ίδιο φυτό. Τα πρώτα φύλλα του φυτού (από κάτω προς τα πάνω) είναι τα πλέον αδύνατα, με λιγότερη νικοτίνη και δεν αποδίδουν όλα τα πλεονεκτήματα της ποικιλίας, σε γεύση, ποιότητα, πλούτο και άρωμα. Όσο ανεβαίνουμε προς τα πάνω, τα φύλλα του φυτού αρχίζουν να αποδίδουν τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας και από τη μέση πλέον και πάνω φθάνουμε στην αναμενόμενη γεύση, ποιότητα, πλούτο και άρωμα. Αυτό ισχύει για όλους τους τύπους καπνών. ’Έχοντας υπ’ όψιν αυτές τις διαφορές, μπορεί κανείς εύκολα να φαντασθεί την πληθώρα γεύσεων, αρωμάτων, ποιοτήτων και καπνιστικών χαρακτηριστικών των ανατολικών καπνών της Ελλάδας. Ένας πολύ υπολογίσιμος παράγων για τη βιομηχανία, είναι και η καταλληλότητα του καπνού για γέμισμα του τσιγάρου. Τα λεπτόφυλλα καπνά, είτε λόγω ποικιλίας, είτε λόγω προελεύσεως των φύλλων (από το κάτω μέρος του φυτού), είναι πιο κατάλληλα για παραγέμισμα, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με άλλες ποικιλίες που δίνουν χονδρό φύλλο αλλά και γενικότερα με τα πάνω φύλλα του φυτού. Τα λεπτόφυλλα καπνά μπορούν να δώσουν έως και 1.300 τσιγάρα ανά κιλό, ενώ τα χονδρόφυλλα μόνο 900.
    Τα ελληνικά ανατολικά καπνά και ιδιαίτερα οι κλασικές ποικιλίες τους, όπως ο Μπασμάς, η Κατερίνη και ορισμένα της ποικιλίας Καμπά Κουλάκ, είναι καπνά υψηλής ποιότητας, με πολύ ευχάριστη γεύση, γλυκόπιοτα, με πολύ καλό και έντονο φυσικό άρωμα και μπορούν να καπνιστούν ευχάριστα και μόνα τους. ’Έχουν επίσης το προσόν να χαρμανιάζονται με άλλες ποικιλίες και τύπους καπνών. Είναι γνωστά και παγκοσμίως αποδεκτά ως καπνά ανωτέρας ποιότητας. Για τα ελληνικά ανατολικά καπνά, υπήρχε πάντα ζήτηση που υπερκάλυπτε την προσφορά, και τούτο λόγω της υψηλής τους ποιότητας, των γενικών τους προσόντων, και παρά την υψηλή τιμή τους. Υπήρξαν βέβαια και περίοδοι που έμειναν αζήτητα, για λόγους όμως άσχετους προς την ποιότητά τους. Παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις, πόλεμοι, εσωτερικές αναταραχές, λανθασμένοι προγραμματισμοί παραγωγής ποικιλιών, λανθασμένες πολιτικές τιμών, είναι κάποιοι από αυτούς τους λόγους.

    Τα καπνά Βιρτζίνια
    Τα καπνά Βιρτζίνια είναι γνωστά με τρία ονόματα:
    Βιρτζίνια, λόγω της προέλευσης τους από την πολιτεία της Virginia των IIIΙΑ.
    Flue cured, λόγω του συστήματος αποξηράνσεως των φύλλων.
    Bright, λόγω του ανοιχτού τους χρώματος.
    Η ανά τον κόσμο παράγωγη καπνών αυτού του τύπου, αντιπροσωπεύει ποσοστό μεγαλύτερο του 50% της παγκόσμιας παραγωγής καπνού. Σήμερα, τα καπνά Βιρτζίνια παράγονται σε πολλές χώρες του κόσμου, σε όλες τις ηπείρους. Τα φύλλα του φυτού είναι μεγάλα κι έχουν χονδρό μίσχο, γι’ αυτό και δεν χρησιμοποιούνται όπως έχουν. Πριν χρησιμοποιηθούν, στη σιγαρεττοβιομηχανία, απομισχώνονται μηχανικά (ή και με το χέρι), οπότε χωρίζεται ο μίσχος (κοτσάνι) από το υπόλοιπο τίμημα του φύλλου. Στην Ελλάδα, παράγονται περίπου 30.000 τόνοι καπνών Βιρτζίνια. Η παράγωγη τους άρχισε προ εικοσαετίας περίπου. Τα Βιρτζίνια είναι γνωστά ανά τον κόσμο, εδώ και 300 χρόνια. Η μεγάλη τους όμως εξάπλωση άρχισε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, είτε με εξαγωγές καπνών, κυρίως από την αμερικανική ήπειρο, είτε με εξαγωγές τσιγάρων του τύπου American Blended, που στα χαρμάνια τους περιέχονται σε ποσοστό 50% περίπου, καπνά Βιρτζίνια.
    Τσιγάρα με αμιγή καπνά Βιρτζίνια παράγονται μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις πρώην αποικίες του. Μια πιθανή εξήγηση του φαινομένου είναι ότι, στις αποικίες της βρετανικής αυτοκρατορίας (συμπεριλαμβανομένης και της Βορ. Αμερικής), τα καλύτερα από τα καλλιεργούμενα καπνά ήταν τα Βιρτζίνια. Ως πρώτος έμπορος εξαγωγέας καπνών Βιρτζίνια από την ’Αμερική προς τη Βρετανία, αναφέρεται ο John Rolfe, σύζυγος της Ινδιάνας πριγκίπισσας Pocahontas. Η αύξηση της κατανάλωσης καπνών Βιρτζίνια δεν οφείλεται τόσο στη διάδοση αμιγών τσιγάρων Βιρτζίνια, όσο στη μεγάλη διάδοση του τσιγάρου American Blended, βάση του όποιου αποτελούν τα καπνά αυτού του τύπου. Το σύνολο σχεδόν της αύξησης καταναλώσεως τσιγάρων τα τελευταία 50 χρόνια, οφείλεται στην άνευ προηγουμένου εξάπλωση του American Blend. Έξαλλου, τα American Blended τσιγάρα εκτόπισαν από πολλές αγορές άλλους τύπους τσιγάρων, όπως τα αμιγή ανατολικά, τα μαύρα γαλλικού τύπου τσιγάρα και πολλά άλλα που ήσαν γνωστά μόνο στον τόπο παραγωγής τους. Ο μόνος τύπος τσιγάρων που δεν υπέφερε από την επιτυχία του American Blended, είναι τα αμιγή Βιρτζίνια, που λέγονται και «English Type», τα όποια παρουσίασαν μια μικρή σχετικά αύξηση καταναλώσεως τις τελευταίες δεκαετίες.
    Η προέλευση του τσιγάρου American Blended είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι, ότι το χαρμάνι που περιέχει 3 τύπους καπνών: Βιρτζίνια (flue cured), Burley και Ανατολικά. Τα καπνά του μίγματος είναι σαλτσαρισμένα και αρωματισμένα. Μέχρι την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, τα τσιγάρα που καταναλίσκονταν στις ΗΠΑ αποτελούνταν αποκλειστικά από ανατολικά (τουρκικά τότε) καπνά, κομμένα, ώστε να χρησιμοποιηθούν σε στριφτά χειροποίητα τσιγάρα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1890, η «American Tobacco Company» ξεκίνησε τρία νέα σήματα, στα όποια χαρμάνιασε τα ανατολικά καπνά με Βιρτζίνια και τα ονόμασε HASSAN, MECCA και FATIMA. Ύστερα από λίγο, ακλούθησε ένα σήμα με 100%

    εγχώρια καπνά, που ονομάστηκε PIEDMONT.
    Τα τσιγάρα με ανάμιξη Ανατολικών και Βιρτζίνια, όπως και τα αμιγή εγχώρια, ήσαν φθηνότερα από τα αμιγή ανατολικά.
    ’Ήδη το 1904, η ζήτηση αμιγών ανατολικών καπνών ήταν πτωτική, με ανάλογη αύξηση ζήτησης των αμιγών εγχώριων, αλλά και του καπνού πίπας που χρησιμοποιούταν για στριφτά χειροποίητα τσιγάρα. Το πραγματικό American Blend τσιγάρο καθιερώθηκε από τον ανταγωνισμό. Η εταιρεία «Reynolds» κυκλοφόρησε δύο φθηνά ανατολικά τσιγάρα, το REYNO και το OSMAN, αλλά δεν είχαν επιτυχία. Στην απελπισία της, η Reynolds προσάρμοσε σε τσιγάρο το πλέον επιτυχημένο σήμα/χαρμάνι καπνού πίπας, το PRINCE ALBERT. Το χαρμάνι περιείχε «σαλτσαρισμένα Burley, ωριμασμένα τουρκικά και ανοιχτόχρωμα fluecured». Η Reynolds το ονόμασε CAMEL. Η συσκευασία των είκοσι τσιγάρων, πουλιόταν 10 σέντς και λανσαρίστηκε το 1913. Η προσπάθεια σημείωσε μεγάλη επιτυχία και το 1918, το CAMEL αντιπροσώπευε το 40% της αγοράς στις ΗΠΑ. Το CAMEL ήταν το πρώτο πραγματικό τσιγάρο American Blend στις ΗΠΑ και το πρώτο τσιγάρο στο όποιο χρησιμοποιήθηκαν σαλτσαρισμένα και αρωματισμένα καπνά.

    Τα καπνά Burley
    Τα Burley ανήκουν στην κατηγορία των καπνών aircured. Αποξηραίνονται αργά, για δύο περίπου μήνες σε μεγάλα αποξηραντήρια, προφυλαγμένα από τον ήλιο, τη βροχή και τον αέρα. Στόχος της αργής αποξήρανσης είναι ο χημικός μεταβολισμός των φύλλων, ώστε να μην περιέχουν ζάχαρη. Αντιθέτως, τα Βιρτζίνια και τα ανατολικά καπνά, που αποξεραίνονται γρήγορα, περιέχουν ζάχαρη.
    Το χρώμα των φύλλων τους είναι σκούρο καφέ. Τα Burley, στις περισσότερες από τις χώρες που καλλιεργούνται, δεν συλλέγονται φύλλοφύλλο. Το φυτό κόβεται ολόκληρο, κοντά στη ρίζα (stalk cut) και τοποθετείται στο ξηραντήριο. Τα φύλλα του φυτού είναι μεγάλα και έχουν χονδρό μίσχο και γι’ αυτό απομισχώνονται μηχανικά η με το χέρι πριν χρησιμοποιηθούν.
    Τα καπνά Burley, μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, καλλιεργούνταν, σχεδόν αποκλειστικά, σε χώρες της αμερικανικής ηπείρου. Μετά τον πόλεμο, καλλιεργούνται και σε άλλες χώρες. Μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, τα Burley συμμετείχαν σε όλα τα καπνιστικά προϊόντα με εξαίρεση το τσιγάρο. Στο τσιγάρο συμμετέχουν για πρώτη φορά όταν κατασκευάζονται τα American Blended και έκτοτε αποτελούν βασικό συστατικό των χαρμανιών τους.

    Το καπνεμπόριο
    Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, τα παραγωγικά καπνά δεν είναι (δεν όταν ποτέ) χρησιμοποιήσιμα ως έχουν και επομένως, χρειάζονται μεταποίηση πριν από τη σιγαρεττοποίησή τους. Τη μεταποίηση αυτή τη ν ονομάζουμε «επεξεργασία» των καπνών. Μετά τον επιτυχή εγκλιματισμό των εισαχθέντων σπόρων και την παράγωγη γευστικών αρωματικών καπνών, δημιουργήθηκε μια ζήτηση που κατέληξε στη σταδιακή αύξηση της παραγωγής.
    Η καλλιέργεια του καπνού άρχισε, στον Ελλαδικό χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τον 16ο αιώνα.
    Στην αρχή, η παράγωγη κάλυπτε τις εγχώριες ανάγκες, άλλα σιγά σιγά τις υπερέβη. Η εκλεκτή ποιότητα των ανατολικών καπνών είχε ήδη αρχίσει να γίνεται γνωστή στην Ευρώπη, την Εγγύς και τη Μέση ’Ανατολή. Δεν είναι γνωστό, αν η ζήτηση πίεσε για αύξηση της παραγωγής, η αν η αυξημένη παράγωγη οδήγησε στην εξερεύνηση νέων αγορών. Το γεγονός είναι ότι, με τη σταδιακή σταθεροποίηση των νέων ποικιλιών καπνών, ήδη από το 1750, αρχίζει η συστηματική παράγωγη και πολλοί κάτοικοι ασχολούνται με την παράγωγη καπνού. Οι μεταφορές καπνών εκτός τόπου παραγωγής, αλλά και οι εξαγωγές προς άλλες χώρες, ήταν φυσικό να δημιουργήσουν την ανάγκη μεσαζόντων. Αυτό, σε συνδυασμό με τις ανάγκες δημιουργίας σταθερών ποιοτήτων, καθαρισμού των καπνών, καλής δραματοποίησης για ομαλή μεταφορά, συντήρησης αποθηκευτικών χώρων, οικονομικών κεφαλαίων, γνώσης ανάγνωσης και γραφής, γνώσης ξένων γλωσσών κ.τ.λ., δημιούργησε την τάξη των καπνεμπόρων. ’Ήδη, από τις αρχές του 19ου αιώνα, υπάρχουν μικροκαπνέμποροι. Όμως, μόνο από τα μέσα του αιώνα συστηματοποιείται το εμπόριο.
    Οι Έλληνες καπνέμποροι άσκησαν από την αρχή, μιαν αξιοσημείωτη δραστηριότητα στο θέμα της εμπορίας και των εξαγωγών καπνών. Ανέπτυξαν σχέσεις, επισκέφτηκαν υποψηφίους πελάτες σε ξένες χώρες, άνοιξαν μόνιμα γραφεία πωλήσεων καπνών σε πόλεις της Β. Ευρώπης, ακόμη| δε, δημιούργησαν και δικά τους αποθηκευτικά κέντρα στη Β. Ευρώπη, για να εξυπηρετούν αμέσως τους πολλούς μικρούς σιγαρεττοπαραγωγούς και βιομήχανους, που δεν διέθεταν τα απαιτούμενα κεφάλαια για δημιουργία αποθεμάτων. Οι περισσότεροι καπνέμποροι ήταν ειδικοί στα καπνά και γνώριζαν το αντικείμενο πολύ καλά. Για τον καπνό, από άποψη ποιότητας, παραγωγής, επεξεργασίας και εξαγωγών, τρεις ομάδες ανθρώπων έπαιξαν τον βασικότερο ρόλο: οι καπνοπαραγωγοί, οι καπνεργάτες και οι καπνέμποροι. Η διάδοση όμως των ανατολικών καπνών οφείλεται αποκλειστικά στο καπνεμπόριο.
    Οι ιδιαιτερότητες του καπνού, κυρίως δε των ανατολικών καπνών, επηρεάζουν και τις σχέσεις μεταξύ πωλητού (εμπόρου) και αγοραστού (σιγαρεττοβιομηχάνου). Η δυσκολία εκτίμησης της ποιότητας των καπνών, κυρίως της καπνιστικής, η αδυναμία εκτίμησης της αξίας τους, οι διαφορές στην προέλευση των καπνών, η ανάγκη για τακτική προμήθεια των απαιτουμένων ποικιλιών, ποιοτήτων και ποσοτήτων, η έλλειψη επικοινωνιών, η δυσκολία των μετακινήσεων, η έλλειψη στατιστικών στοιχείων, κ.τ.λ., έπρεπε να αντιμετωπιστούν με κάτι άλλο. Και αυτό, ήταν η εμπιστοσύνη με την όποια περιέβαλλε ο αγοραστής τον προμηθευτή του. Δεν θα είναι υπερβολή να λεχθεί, ότι υπήρχε μια στενή προσωπική σχέση μεταξύ προμηθευτού και πελάτου και ότι πολλές συναλλαγές βασίζονταν σ’ αύτη τη σχέση. Οι Έλληνες καπνέμποροι ανέπτυξαν άριστες προσωπικές σχέσεις με τους πελάτες τους και κέρδισαν την εμπιστοσύνη τους. Η Ελλάδα, για πολλά χρόνια, ήταν η δεύτερη εξαγωγική χώρα καπνού μετά τις ΗΠΑ, ενώ για την ελληνική οικονομία οι εξαγωγές καπνών ήσαν το πλέον συναλλαγματοφόρο προϊόν.

    Γεώργιος Καραντζούλης

    Πηγή: “Η ιστορία του Ελληνικού τσιγάρου”, εκδ. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα, 1998

  • Authored by Expert: No
  • No Records Found

    Sorry, no records were found. Please adjust your search criteria and try again.

    Google Map Not Loaded

    Sorry, unable to load Google Maps API.

  • Leave a Review

    Your email address will not be published. Required fields are marked *

  • Authored by Expert: No